|

Ο αείμνηστος Σόλων Μιχαηλίδης ανήκει αναμφισβήτητα στις εκλεκτές μουσικές προσωπικότητες της πόλης μας που διαδραμάτισαν έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στο μουσικό της γίγνεσθαι. Και μάλιστα σε μια ιστορικά καθοριστικής σημασίας χρονική περίοδο: Πρόκειται για το ξεκίνημα του δεύτερου μισού του αιώνα μας, γιατί τότε περίπου άρχισε η δράση του Σόλωνα Μιχαηλίδη στη Θεσσαλονίκη, όταν το Μάρτιο του 1957 ανέλαβε τη διεύθυνση του Κρατικού Ωδείου. Πρέπει να θυμηθούμε ότι στη δεκαετία του '50 ήταν ακόμα κυρίαρχο το πνεύμα ανησυχίας και αναδημιουργίας της μεταπολεμικής περιόδου, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Στο χώρο της μουσικής, όπως φυσικά και σε άλλους τομείς, υπήρχαν πολλά κενά που έπρεπε να καλυφθούν. Ο ερχομός του Σόλωνα Μιχαηλίδη στη Θεσσαλονίκη δημιούργησε ένα αίσθημα αισιοδοξίας, όχι μόνο στους μουσικούς, αλλά και γενικότερα στους φιλόμουσους κατοίκους της. Έτσι λοιπόν με τον Σόλωνα Μιχαηλίδη πραγματοποιήθηκε ένα νέο ξεκίνημα στη μουσική ζωή και μουσική παιδεία της πόλης μας.
Όπως είναι γνωστό, το πρώτο επίσης πολύ σημαντικό ξεκίνημα είχε γίνει περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα με την ίδρυση του Κρατικού Ωδείου στην απελευθερωμένη τότε Θεσσαλονίκη το 1914, και με τον ερχομό στη Θεσσαλονίκη μιας πλειάδας έξοχων μουσικών, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Καζαντζή. Και τότε ήταν μια μεταπολεμική περίοδος, όπου έπνεε άνεμος αναδημιουργίας. Την πορεία αυτή δημιουργίας και δράσης στην πόλη μας στο χώρο της μουσικής τη συνέχισε επάξια και καθοριστικά στην κρίσιμη χρονική στιγμή που προσδιορίσαμε παραπάνω ο αείμνηστος Σόλων Μιχαηλίδης.
Γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1905 στη Λευκωσία της Κύπρου και πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 1979 στην Αθήνα, όπου κυρίως ζούσε με τη σύζυγό του κ. Καλλιόπη Μορίδου - Μιχαηλίδου, ύστερα από την αποχώρηση του, λόγω ορίου ηλικίας, από τις θέσεις τις οποίες κατείχε στη Θεσσαλονίκη.
Ύστερα από τις πρώτες του μουσικές σπουδές στην πατρίδα του την Κύπρο, όπου μετά από το Γυμνάσιο ολοκλήρωσε και σπουδές στο Παγκύπριο Διδασκαλείο, ο Σ. Μιχαηλίδης συνέχισε τις μουσικές του σπουδές στο Trinity College of Music του Λονδίνου - από το 1927 ως το 1930 - και στη συνέχεια στην Ecole Normale de Musique στο Παρίσι και στη Schola Cantorum.
Ύστερα από την ολοκλήρωση των μουσικών του σπουδών στη σύνθεση, στο πιάνο και στη διεύθυνση ορχήστρας, το 1934 επιστρέφει στην Κύπρο και ιδρύει το Ωδείο της Λεμεσού, το οποίο διευθύνει ως το 1956. Στο διάστημα αυτό αναπτύσσει στην Κύπρο μία πολλαπλή δραστηριότητα: το 1938 ιδρύει τον Σύλλογο Συναυλιών Λεμεσού και την Κυπριακή Συμφωνική Ορχήστρα. Από
το 1941 ως το 1956 υπηρετεί επίσης ως καθηγητής μουσικής στο Λανίτειο Κοινοτικό Γυμνάσιο Λεμεσού.
Στα 1957, ύστερα από πρόσκληση του Υπουργείου Παιδείας, ανέλαβε, όπως αναφέραμε, τη διεύθυνση του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Στα 1959 έγινε παράλληλα και μόνιμος αρχιμουσικός της τότε Συμφωνικής Ορχήστρας Βορείου Ελλάδος, της Σ.Ο.Β.Ε., συμβάλλοντας ουσιαστικά τόσο στην ίδρυση της όσο και στην κρατικοποίηση της, δηλαδή βοηθώντας αποτελεσματικά στο να γίνει πραγματικότητα ένα μεγάλο όνειρο των μουσικών και των φιλόμουσων της πόλης μας. Έτσι ο Σόλων Μιχαηλίδης στα 1967 έγινε Γενικός Διευθυντής της ήδη Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης. Έχει ιστορικά ιδιαίτερη σημασία ότι η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, στα 1959 ιδρύθηκε ως Συμφωνική Ορχήστρα Βορείου Ελλάδος ύστερα από επίμονες προσπάθειες του Σόλωνα Μιχαηλίδη και διαφόρων άλλων παραγόντων της πόλης μας, αρχικά ως τμήμα του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Την ημέρα της ίδρυσης της, την 1η Ιουλίου 1959, δόθηκε πανηγυρικά και η πρώτη συναυλία της υπό τη διεύθυνση του πρώτου της τακτικού διευθυντή Σόλωνα Μιχαηλίδη.
Πολύπλευρη προσωπικότητα ο Σόλων Μιχαηλίδης ανέπτυξε δραστηριότητα σε διάφορους τομείς της μουσικής: τόσο ως συνθέτης και αρχιμουσικός, και συγγραφέας θεωρητικών και μουσικολογικών συγγραμμάτων, όσο βέβαια και ως παιδαγωγός της μουσικής, μορφώνοντας πολλούς νέους μουσικούς στην Κύπρο και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, στα ανώτερα θεωρητικά της μουσικής και στη σύνθεση. Η δραστηριότητα του ως συνθέτη αρχίζει στα 1933. Ακολουθώντας, όπως και άλλοι Ελληνες συνθέτες, κυρίως πρότυπα της Εθνικής Σχολής χρησιμοποιεί τροπικές μελωδίες με στοιχεία από τη βυζαντινή και τη δημοτική μουσική, ιδιαίτερα της Κύπρου. Το ύφος του είναι λιτό, με εμφανείς επιδράσεις από το γαλλικό ιμπρεσιονισμό.
Ένας πλήρης κατάλογος των συνθέσεων του δεν έχει ακόμα εκδοθεί. Τα έργα που έγραψε μεταξύ άλλων είναι: "Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ ή DE PROFUNDIS" (1933 και 1949), συμφωνικό ποίημα εμπνευσμένο από το ομώνυμο έργο του Στρατή Μυριβήλη, "ΔΥΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΣΚΙΤΣΑ" για ορχήστρα εγχόρδων (1934), "ΚΥΠΡ1ΩΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ" για φλάουτο και ορχήστρα εγχόρδων (1935), "ΔΥΟ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ", περιλαμβάνουν τα μέρη "Αυγή στον Παρθενώνα" και "Το πανηγύρι της Κακκάβας» (1936), "ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ" για ορχήστρα εγχόρδων (1944), "ΑΡΧΑΪΚΗ ΣΟΥΙΤΑ" για φλάουτο, όμποε, άρπα και ορχήστρα εγχόρδων (1954). Επίσης "ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ ΚΑΙ ΟΡΧΗΣΤΡΑ" (1966), τις Καντάτες: "Ο ΤΑΦΟΣ" για μετζοσοπράνο, βαρύτονο, χορωδία και ορχήστρα (σε ποίηση του Κωστή Παλαμά) (1936), "ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ" για βαρύτονο, χορωδία και ορχήστρα (σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού) (1955).
Ο Σόλων Μιχαηλίδης, σαν ευαίσθητος καλλιτέχνης και πατριώτης που ήταν, συγκλονίζεται από την εισβολή στην Κύπρο και αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει με τη μουσική του όχι μόνο τη δική του θλίψη, αλλά και τη θλίψη όλου του ελληνισμού για τα γεγονότα που έπληξαν την ιδιαίτερη πατρίδα του. Έτσι, όλα του τα έργα που συνθέτει μετά το 1974 συνδέονται στενά μ' αυτό το γεγονός, όπως: "IN MEMORIAM" (Αφιέρωμα στα φυλακισμένα μνήματα) για ορχήστρα εγχόρδων (1974), "ΚΕΡΥΝΕΙΑ" - συμφωνική εικόνα (1976), "ΥΜΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ" - καντάτα για βαρύτονο, χορωδία και ορχήστρα (σε κείμενο του Γιάννη Ρίτσου, 1975), "ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΜΟΥ" για χορωδία και ορχήστρα (σε κείμενο του Κύπρου Χρυσάνθη, 1979). Ίσως να πρόκειται για την τελευταία του σύνθεση. Το συνθετικό έργο του Σόλωνα Μιχαηλίδη περιλαμβάνει επίσης έργα μουσικής δωματίου, έργα για πιάνο, τραγούδια με συνοδεία πιάνου, τραγούδια για χορωδία, μουσική για θέατρο, καθώς και την όπερα σε 3 πράξεις "OΔΥΣΣΕΑΣ" (σε λιμπρέτο του ίδιου του συνθέτη, εμπνευσμένο από το ομηρικό έπος). Η σύνθεση αυτή του 1951 αναθεωρήθηκε κατά τα έτη 1972 - 73 χωρίς να ολοκληρωθεί.
Πολλά από τα έργα του παίχθηκαν στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα και στην Κύπρο καθώς και στο εξωτερικό, όπως: από την Ορχήστρα του ΒΒC του Λονδίνου, την Ορχήστρα του Όσλο, του Στρασβούργου, της Γενεύης κ.ά.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Σόλων Μιχαηλίδης, δίπλα στο συνθετικό του, καθαρά καλλιτεχνικό έργο, άφησε και αξιόλογο μουσικο-θεωρητικό και μουσικολογικό. Δημοσίευσε διάφορες μουσικολογικές μελέτες και άρθρα για μουσικά θέματα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Επίσης έγραψε άρθρα για την ελληνική μουσική και τους Έλληνες συνθέτες στο αγγλικό Λεξικό της Μουσικής Grove. Ένας από τους κύριους τομείς, που είχε επικεντρώσει το μουσικολογικό και ερευνητικό του ενδιαφέρον, όπως είναι φυσικό για έναν Έλληνα μουσικό και σκεπτόμενο άνθρωπο σαν τον Σόλωνα Μιχαηλίδη, ήταν η ελληνική παραδοσιακή μουσική - κυπριακή και ελλαδική. Η δραστηριότητά του στον τομέα αυτό λειτούργησε επί μία εικοσαετία σε διεθνές επίπεδο με αντίστοιχη διεθνή αναγνώριση, κάτι που φαίνεται και από το γεγονός ότι ο Σόλων Μιχαηλίδης από το 1948 έως το 1968 υπήρξε εκλεγμένο μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου του Διεθνούς Συμβουλίου Δημοτικής Μουσικής - του τότε International Folk Music Council - του εθνομουσικολογικού αυτού οργανισμού, που ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1947, με σκοπό την προώθηση της έρευνας της παραδοσιακής μουσικής διεθνώς. Ο Σόλων Μιχαηλίδης ήταν από τα πρώτα ενεργά στελέχη του με συμμετοχή του όχι μόνο στα εθνομουσικολογικά συνέδρια του οργανισμού, αλλά και στις κατευθυντήριες αποφάσεις του ως μέλος του Εκτελεστικού του Συμβουλίου.
Μετά το 1968 οι πολλαπλές υποχρεώσεις και απασχολήσεις του στις θέσεις του διευθυντή του ΚΩΘ και γενικού διευθυντή της ΚΟΘ δεν του επέτρεπαν δυστυχώς να συνεχίσει αυτή τη διεθνή συνεργασία. Ωστόσο, μετά την συνταξιοδότηση του ο Σ. Μιχαηλίδης είχε πια όλο το χρόνο να δώσει τον καλύτερο μουσικολογικό εαυτό του και να διοχετεύσει όλη την ερευνητική εμπειρία του και γνώση στο εξαιρετικό σύγγραμμα του την Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, που η πρώτη της έκδοση σε αγγλική γλώσσα έγινε το 1978, δηλαδή ένα μόλις χρόνο πριν από το θάνατο του. Το βιβλίο του αυτό, που βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, αποτελεί πράγματι ένα πολυτιμότατο βοήθημα για την έρευνα και μελέτη της αρχαίας ελληνικής μουσικής, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου η μελέτη και η ερευνά της βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών μουσικολογικών σπουδών. Δείχνει επίσης τη βαθιά γνώση και μεγάλη εξοικείωση του Σόλωνα Μιχαηλίδη με ολόκληρο τον χώρο και την προβληματική της αρχαίας ελληνικής μουσικής, αυτής της μεγάλης μας μουσικής κληρονομιάς. Η προσωπικότητα του Σόλωνα Μιχαηλίδη, όπως αναφέρθηκε, είχε μια διεθνή ακτινοβολία και αναγνώριση. Εκτός από μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου του International Folk Music Council που αναφέραμε, διετέλεσε επανειλημμένα μέλος κριτικών επιτροπών, διεθνών μουσικών διαγωνισμών. Επίσης του απονεμήθηκαν οι τίτλοι του Επιτίμου Εταίρου: 1952 του Trinity College of Music και το 1966 της Αμερικάνικης Εθνομουσικολογικής Εταιρείας. Τιμήθηκε επίσης με το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος και με δύο βραβεία της Ακαδημίας Αθηνών - το 1974 για τη γενική δραστηριότητα του στο χώρο της μουσικής και τη συμβολή του στην ανάπτυξη της και το 1977 για το βιβλίο του που προαναφέραμε για την αρχαία ελληνική μουσική.
Δημήτρης Θέμελης
**** Από το αφιέρωμα της Κ.Ο.Θ. στη μνήμη του Σόλωνα Μιχαηλίδη, 16-03-1996 (Θεσσαλονίκη, Αίθουσα Τελετών Α.Π.Θ.)
|